ευστόμαχος

ευστόμαχος
ος , ον удобоваримый, хорошо перевариваемый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ευστόμαχος" в других словарях:

  • εὐστόμαχος — equable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευστόμαχος — η, ο (ΑΜ εὐστόμαχος, ον) ο ωφέλιμος για το στομάχι, ο εύπεπτος («καρπὸν φέρει εὐστόμαχον») μσν. υγιής ως προς το στομάχι, με καλή λειτουργία τού στομάχου αρχ. ήρεμος, γαλήνιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στόμαχος] …   Dictionary of Greek

  • εὐστομαχώτερον — εὐστόμαχος equable masc acc comp sg εὐστόμαχος equable neut nom/voc/acc comp sg εὐστόμαχος equable adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτατα — εὐστόμαχος equable adverbial superl εὐστόμαχος equable neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτατον — εὐστόμαχος equable masc acc superl sg εὐστόμαχος equable neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομάχως — εὐστόμαχος equable adverbial εὐστόμαχος equable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστόμαχον — εὐστόμαχος equable masc/fem acc sg εὐστόμαχος equable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτερα — εὐστόμαχος equable neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτεραι — εὐστόμαχος equable fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτεροι — εὐστόμαχος equable masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστομαχώτερος — εὐστόμαχος equable masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»